Ακριβώς 50 χρόνια πέρασαν από την παρουσίαση του ελαφρού φορτηγού LT της Volkswagen στο Βερολίνο, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, σε μεικτά βάρη από 2,8 ως 3,5 τόνους.
Ο μεγάλος αδελφός του Volkswagen Transporter ήταν μια απαραίτητη «γέφυρα» με τα μεγάλα φορτηγά διανομών, καθώς το «Bulli» δεν ήταν σχεδιασμένο για μεγάλα βάρη. Η κυρίαρχη γερμανική πρακτικότητα εκείνη την εποχή ευθύνεται για την επιλογή του ονόματος LT, ένα όνομα απλά λειτουργικό, από τη συντομογραφία του Lasten-Transporter (δηλαδή «μεταφορέας φορτίου»), με την προσθήκη δύο αριθμών που καταγράφουν το μεικτό βάρος (28, 31 ή 35, δηλαδή 2,8, 3,1 ή 3,5 τόνοι).

Από την παρουσίασή του το LT ήταν διαθέσιμο σε δύο μεταξόνια και δύο εκδόσεις οροφής, καθώς και σε εκδόσεις panel van, station wagon, ως λεωφορειάκι, με ανοιχτή καρότσα, με διπλή καμπίνα ή ως σασί με καμπίνα.
Ο κινητήρας του LT ήταν τοποθετημένος πάνω από τον εμπρόσθιο άξονα, ανάμεσα στα καθίσματα οδηγού και συνοδηγού, μεταδίδοντας την κίνηση στους πίσω τροχούς.
Σε σύγκριση με το T2 της εποχής (τη δεύτερη γενιά Transporter), το LT είχε διαστάσεις κατά 34 εκατοστά μεγαλύτερες στο μήκος και κατά 30 εκατοστά στο πλάτος· ωστόσο διέθετε σχεδόν 50% μεγαλύτερο όγκο φόρτωσης, στα 7,85 κυβικά μέτρα.

Για τη Volkswagen, το LT ήταν και μια άσκηση εργονομίας, η οποία μέχρι τότε ήταν γενικά παραμελημένη στα επαγγελματικά οχήματα. Έτσι, έγινε το πρώτο ελαφρύ φορτηγό με εργονομική διάταξη στα χειριστήρια κοντά στον οδηγό, με μεγάλο παρμπρίζ και μεγάλους εξωτερικούς καθρέφτες. Καινοτομία για την εποχή ήταν και η ανεξάρτητη ανάρτηση εμπρός σε φορτηγό.
Για την κίνηση του LT είχε επιλεγεί ένας δίλιτρος βενζινοκινητήρας από το Audi 100, τροποποιημένος για να αποδίδει μόνο 55 kW (75 ίππους), δίνοντας έμφαση στη ροπή. Εναλλακτικά, ήταν διαθέσιμος και ένας τετρακύλινδρος πετρελαιοκινητήρας Perkins 2,7 λίτρων, με απόδοση 48 kW (65 ίππους), ο οποίος το 1979 αντικαταστάθηκε από έναν εξακύλινδρο πετρελαιοκινητήρα 2,4 λίτρων με σημαντικά μεγαλύτερη ροπή. Ο τελευταίος κινητήρας χρησιμοποιήθηκε και στο πρώτο εξακύλινδρο επιβατικό αυτοκίνητο της Volvo.

1983: ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΒΕΛΤΙΩΣΕΙΣ
Εφτά χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του LT, προστέθηκαν στην γκάμα ένας ισχυρός πετρελαιοκινητήρας με τουρμπίνα που απέδιδε 75 kW (102 ίππους), και ένας εξακύλινδρος βενζινοκινητήρας με απόδοση 66 kW (90 ίππους).
Η θέση του κινητήρα τροποποιήθηκε ελαφρά με μεγαλύτερη κλίση, επιτρέποντας την τοποθέτηση τρίτου καθίσματος εμπρός, ενώ προστέθηκε επιλογή για ακόμη μεγαλύτερο μεταξόνιο, για μήκος χώρου φόρτωσης έως 4,6 μέτρα.
1985: ΣΗΚΩΝΕΙ ΒΑΡΗ
Αργότερα παρουσιάστηκε το LT 55 με μεικτό βάρος 5,6 τόνων και εναλλακτικά μια τετρακίνητη έκδοση, ενώ οι προβολείς έγιναν τετράγωνοι.
1993: FACELIFT
Δεκαεφτά χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση προστέθηκαν νέα μάσκα, νέα πλαστικά στα πίσω φώτα, καθώς και intercooler στον πετρελαιοκινητήρα. Το LT έγινε γρήγορα μια δημοφιλής βάση για αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, πολλά από τα οποία κυκλοφορούν ακόμη.
1996: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΙΑ LT
Στα τέλη του 1996 το όνομα άλλαξε σε LT2, και ήταν το πρώτο όχημα της νεοσύστατης θυγατρικής Volkswagen Commercial Vehicles (VWN), η οποία έκτοτε παράγει τα ελαφρά επαγγελματικά της μάρκας. Για την ανάπτυξη αυτού του μοντέλου συνεργάστηκε με τη Mercedes-Benz. Αυτή τη φορά οι κινητήρες ήταν αποκλειστικά με πετρέλαιο και τοποθετημένοι κατά μήκος του αυτοκινήτου, κάτω από ένα κοντό καπό, σε εκδόσεις από 2,6 έως και 4,6 τόνους. Το 2002 προστέθηκε και ένας πετρελαιοκινητήρας 2,8 λίτρων με ισχύ 116 kW (158 ίππους) και μέγιστη ροπή 331 Nm.
Η γενιά αυτή παρήχθη σε σχεδόν 340.000 αντίτυπα.
2006: ΤΑ ΔΙΔΥΜΑ
Από το 2006, σε συνεργασία με την Daimler AG, η VW επένδυσε σε ένα πιο σύγχρονο μοντέλο, το Crafter, το οποίο πρακτικά ήταν το δίδυμο μοντέλο της δεύτερης γενιάς του Mercedes Sprinter. Η συνεργασία των δύο μεγάλων Γερμανών κατασκευαστών διήρκεσε μέχρι το 2016 και απέδωσε στη Volkswagen περίπου 480.000 πωλήσεις. Από τότε το Crafter μεγάλωσε, βελτιώθηκε, και από το 2017 ακολούθησε ξεχωριστό δρόμο από το Mercedes Sprinter.





